αἰθεριώδης

αἰθεριώδης, ες,
A = αἰθερώδης, φύσις Heraclit.All.36.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰθεριώδης — masc/fem acc pl (attic epic doric) αἰθεριώδης masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰθεριώδης masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθεριώδης — ες (Α αἰθεριώδης) [αἰθήρ] ο αιθεροειδής* …   Dictionary of Greek

  • αἰθεριώδει — αἰθεριώδης masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) αἰθεριώδης masc/fem/neut dat sg αἰθεριώδεϊ , αἰθεριώδης dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθεριώδεσι — αἰθεριώδης masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθεριώδους — αἰθεριώδης masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • αιθέρας — Οργανική χημική ένωση του τύπου C2Η5 Ο C2Η5. Λέγεται και διαιθυλαιθέρας ή θειικός α. Είναι σώμα υγρό, άχρωμο, ελαφρύτερο από το νερό και πολύ πτητικό. Παρασκευάζεται βιομηχανικά με συνθέρμανση αιθυλικής αλκοόλης και πυκνού θειικού οξέος (γι’ αυτό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.